ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΚΑΡΑΤ.  Β'ΕΚΔΟΣΗ

Μάρτιος 2021

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

    Τα βήματά του γλιστρούσαν στις πλάκες του πατώματος του παλιού κάστρου. Το κεφάλι του πονούσε και τα αφτιά του υπέφεραν από έναν συνεχή και διαπεραστικό ήχο. Όπως περνούσε με κόπο τους σκοτεινούς διαδρόμους, προσπαθώντας να βρει το σωστό δωμάτιο, αισθάνονταν φόβο, ρίγη στο κορμί του και ένα σφίξιμο στο στομάχι. Όμως, έπρεπε να βρει τη δύναμη να συνεχίσει. Το κλάμα ενός κοριτσιού που ολοένα δυνάμωνε, ήταν ο μόνος καθοδηγητής του στο σκοτάδι όπως προχωρούσε στο άγνωστο.

    Τελικά, το ατελείωτο μαύρο υποχώρησε στο φως του φεγγαριού που εισέβαλλε από ένα διαλυμένο παράθυρο του κάστρου. Τότε είδε μια ξύλινη πόρτα την οποία άνοιξε παρόλο που δεν ήθελε. Βρέθηκε σε μια μεγάλη αποθήκη όπου οι ιστοί από τις αράχνες είχαν απλωθεί παντού σαν ένα πελώριο λευκό σεντόνι. Έκανε στην άκρη με τα χέρια του όσους μπορούσε και με αργά βήματα πλησίαζε το σημείο από όπου ακουγόταν το κλάμα του κοριτσιού.

    Παραπάτησε σε κάτι μεταλλικό το οποίο όπως διαπίστωσε, ήταν ένα σκουριασμένο ξίφος. Ξίφη, δόρατα, ασπίδες και βαλλίστρες βρίσκονταν παντού, είτε σκορπισμένα είτε τοποθετημένα στις σαπισμένες από τον καιρό ξύλινες θήκες τους.

    Ένας άντρας ντυμένος στα κόκκινα, καθόταν γονατιστός και τρέκλιζε στη γωνία της αποθήκης στραμμένος προς τον τοίχο. Η περίεργη αυτή μορφή συνέχιζε να τρέμει και να παραμιλά με λυγμούς. Η φωνή του θύμιζε μικρού κοριτσιού αλλά τίποτα σε αυτό που έβλεπε δεν έμοιαζε με παιδί. Όταν από την ταραχή άρχισε να δυσκολεύεται να αναπνεύσει, διαπίστωσε πως ίσως αυτά που ζούσε δεν ήταν πραγματικότητα. Μια άγνωστη δύναμη όμως τον ανάγκαζε να πλησιάσει και άλλο την περίεργη μορφή που έκλαιγε σαν κορίτσι. Με το χέρι του ακούμπησε τελικά την τρεμάμενη φιγούρα ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

    Ο μυστηριώδης άντρας γύρισε τότε απότομα και αποκάλυψε το πρόσωπό του τινάζοντάς τον πίσω από τρόμο. Τώρα προσπαθούσε να συρθεί προς την έξοδο όσο το ακατανόητο πλάσμα με τα κόκκινα ρούχα τον ακολουθούσε. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι έβλεπε τον ίδιο του τον εαυτό να χαμογελά χαιρέκακα και να τον πλησιάζει. Η φωνή του κοριτσιού ακούστηκε ξανά αλλά τώρα όχι από την αποθήκη.

    Έπρεπε να ξυπνήσει από αυτόν τον εφιάλτη. Έπρεπε να ξυπνήσει άμεσα. Ανέκτησε τις δυνάμεις του και σηκώθηκε πριν το ανεξήγητο που έβλεπε μπροστά του τον φτάσει. Άνοιξε την ξύλινη πόρτα και βγήκε και πάλι στον σκοτεινό διάδρομο όπου άρχισε να τρέχει.

    Μόλις πέρασε από το μισογκρεμισμένο παράθυρο που ήταν και η μοναδική πηγή φωτός σε εκείνο το σημείο, η προσοχή του έπεσε σε δύο ανθρώπους που φαίνονταν να τρέχουν έξω από το κάστρο, κατεβαίνοντας τον μεγάλο λόφο. Το φεγγάρι ήταν τόσο δυνατό που μπόρεσε να ξεχωρίσει την πράσινη μακριά κάπα με τη μεγάλη κουκούλα του ενός. Ο άλλος ήταν ένα παιδί. Ένα μικρό κορίτσι με πλούσια ξανθά μαλλιά. Οι δύο φιγούρες κατέβαιναν μαζί την απότομη κλίση του λόφου.

    Προσπάθησε να φύγει, τα πόδια του πάγωσαν και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί. Βαριά βήματα ακούγονταν τώρα από το απόλυτο σκοτάδι του διαδρόμου, συνοδευόμενα από τον ανατριχιαστικό ήχο ενός συριγμού που θύμιζε φίδι. Τα βήματα πλησίαζαν αλλά τα πόδια του παρέμεναν ακίνητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.

   Ο Αλβίν εκείνο το απόγευμα απομακρύνθηκε από το φτωχικό του σπίτι για να βρει την απομόνωση στον αγαπημένο του βράχο δίπλα στον βάλτο. Ο εφιάλτης της προηγούμενης νύχτας και ο ταραγμένος του ύπνος, του έδωσαν την ανάγκη να αναζητήσει τη γαλήνη του τραγουδιού των πλασμάτων της φύσης στο πνευματικό του καταφύγιο, το οποίο ήταν ένας λασπώδης βάλτος που βρισκόταν στους πρόποδες του μικρού λόφου του σπιτιού του. Οι ώρες περνούσαν με τον νεαρό άντρα να προσπαθεί να βρει την ηρεμία και την αισιοδοξία, μέχρι που νύχτωσε.

    Είχε μια παράδοξη ξαστεριά εκείνη τη βραδιά. Η πανσέληνος έντυσε τον άσχημο βάλτο στα αργυρόλευκα και ταυτόχρονα από το δάσος, κυριαρχούσε μια πελώρια επιβλητική σκιά. Πάντα οργίαζε η φαντασία του Αλβίν. Πάντα έβλεπε εκεί που οι περισσότεροι αδυνατούσαν να δουν. Εκείνη τη νύχτα όμως η ατμόσφαιρα έμοιαζε σαν έναν περίεργο οιωνό που δεν μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει καθώς έπεφτε πρόθυμα έρμαιο της ομορφιάς του. Το μόνο που έλειπε, ήταν το αγαπημένο τραγούδι του Αλβίν. Τα δεκάδες κρωξίματα των βατράχων που του χάριζαν στιγμές διαύγειας και δύναμης. Το τραγούδι του βάλτου θύμιζε στον Αλβίν πως η ζωή συνεχίζει τον κύκλο της παρόλο που ο άνθρωπος θέλει να ταράζει συνεχώς την ηρεμία της.

    Τη νύχτα αυτή όμως ο βάλτος σιώπησε και το μόνο τραγούδι που ακουγόταν, ήταν αυτό του ανέμου που χάιδευε τα δέντρα και τα έκανε να λικνίζονται σαν μεθυσμένους στρατιώτες μετά από νικηφόρα μάχη. Ο αέρας δυνάμωσε και έκανε τα ξανθά του μαλλιά να ανεμίσουν. Πάλι η σκέψη του πήγε στους εφιάλτες που άλλοτε επέστρεφαν και άλλοτε τον άφηναν, αλλά πάντα έβρισκαν τον δρόμο να του ταράζουν τον ύπνο. Σχεδόν όλοι ξεκινούσαν με γαλήνη και ομορφιά και αρκούσε ένα ξαφνικό αεράκι όπως αυτό, για να μετατραπούν σε έναν αγώνα επιβίωσης και τρόμου. Αναρωτιόταν συχνά μήπως ο λόγος που βασανίζεται πηγάζει στα ταραγμένα χρόνια της ζωής του, που άρχισαν μόλις είδε για τελευταία φορά τον πατέρα του και την πόλη που μεγάλωσε. Τον μοναδικό γονιό που γνώρισε εκτός από τις υπηρέτριες που είχε το αρχοντικό του σπίτι. Είχαν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από όταν χώρισαν οι δρόμοι του Αλβίν με εκείνον και με τη ζωή όπως την ήξερε, εξαιτίας ενός άσχημου παιχνιδιού της μοίρας. Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν και πολλά άλλαξαν.

    Ύστερα, οι ταραγμένες του σκέψεις πήγαν κατευθείαν στο παιδί του. Ήταν και αυτός πατέρας πλέον εδώ και καιρό και αυτό τον είχε κάνει να αναθεωρήσει την αξία της ζωής που τόσο την είχε ξεχάσει. Για να τιμήσει επιτέλους αυτή την αξία, εγκατέλειψε την προηγούμενη ζωή του για να εγκατασταθεί σε εκείνον τον ερημότοπο του Βορρά του τεράστιου βασιλείου της Φραγκίας. Εκεί όπου πίστευε πως θα έβρισκε την ηρεμία και θα κρατούσε τα φαντάσματα του παρελθόντος μακριά από τη Μαριέτ και τη μικρή τους κόρη.

    Στις χρόνιες περιπλανήσεις του είδε πολλούς θησαυρούς, κατάφερε ακόμα και να αποκτήσει λίγο από τα μυθικά πλούτη του κόσμου, όμως η πανέμορφη μικρή Ζιζέλ, ήταν ο πραγματικός θησαυρός της οικογένειας Λοράν. Τα λίγα χρόνια που ζούσαν εκεί, η Μαριέτ είχε αποτύχει δύο φορές να γεννήσει υγιή ή ζωντανά παιδιά. Η Ζιζέλ όμως ήρθε ως θαύμα και παρόλο που η μητέρα της κινδύνευσε να πεθάνει, ήταν ένα υγιέστατο βρέφος γεμάτο ζωντάνια.

    Η Μαριέτ, μια έξυπνη και σκληραγωγημένη γυναίκα, χρωστούσε τη ζωή και την ευτυχία της στον Αλβίν και το γνώριζε πολύ καλά. Μαζί προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να μεγαλώσουν την κόρη τους σε μια απρόβλεπτη γη. Μια γη που μαστίζονταν από βροχοπτώσεις και πλημμύρες και σαν απόρροια αυτού, ατελείωτη λάσπη η οποία δυσκόλευε πιο πολύ τη ζωή τους, ιδιαίτερα τους χειμώνες που οι κρύοι άνεμοι πιρούνιαζαν τα κορμιά τους και το χώμα μετατρεπόταν σε σκληρό πάγο.

    Παρόλα αυτά, η δύσκολη ζωή δεν εμπόδισε τη Ζιζέλ στην ηλικία των τεσσάρων, να γίνει ένα χαρούμενο κορίτσι με ενεργητικότητα και έξυπνο βλέμμα. Μπορεί να πήρε τα μπλε μάτια της μητέρας της αλλά έμοιαζε περισσότερο στον Αλβίν και όχι μόνο στο χρώμα των μαλλιών της. Του έμοιαζε και στην ανάγκη για εξερεύνηση, έτσι, έτρεχε ασταμάτητα από το πρωί ως το βράδυ που έπεφτε εξαντλημένη για ύπνο. Πάντα οι σκέψεις για την κόρη του, του προκαλούσαν χαμόγελα, σύντομα όμως τα διαδέχονταν η ανησυχία. Ειδικά εκείνο το βράδυ, ένα παράδοξο και απροσδιόριστο άγχος τον κατέβαλλε καθώς δεν υπήρχε κάποιο ξεκάθαρο σημάδι που να υποδείκνυε, ότι θα αλλάξει η δύσκολη ρουτίνα της καθημερινότητάς τους.

    Ο εφιάλτης είχε πια ξεθωριάσει στη μνήμη του αλλά έμεινε το συναίσθημα του άγχους και του φόβου αποτυπωμένο στο μυαλό και την καρδιά του. Μήπως ήταν αυτός ο λόγος ή οι έντονες φήμες των χωρικών πως οι Άγγλοι πλησίαζαν επικίνδυνα προς τα ανατολικά ενώ ο βασιλιάς παραμένει αδρανής; Ο χειμώνας άφησε εδώ και μήνες την τελευταία του ψυχρή πνοή και η δίνη του πολέμου μπορεί να τους χτυπούσε την πόρτα. Δεν ήθελε βέβαια με τίποτα να παραδοθεί σε φήμες και κινδυνολογίες. Αν ήταν μόνος του, θα τα αντιμετώπιζε όλα ως πρόκληση ή και ως χλευασμό.         

   Τώρα δεν άντεχε με τίποτα την ιδέα να πάθει κάτι η Μαριέτ και η Ζιζέλ όταν η καταστροφή τους πλησιάσει. Εκείνη τη νύχτα αναζητούσε απεγνωσμένα τη συμβουλή του βάλτου αλλά έλειπε το τραγούδι των βατράχων. Αραιά ακούγονταν μερικοί χωρίς όρεξη και σπασμωδικά, αλλά τα τριζόνια τους κάλυπταν με την εκκωφαντική τους συναυλία. Σαν να συνωμότησε και η πανίδα στο να ταΐσει τις ανήσυχές του σκέψεις. Δε θα ηρεμούσε ούτε απόψε. Έκανε μια μικρή προσευχή για να συνεχίσει η ευημερία για εκείνον και τους δικούς του σφίγγοντας έναν περίτεχνο ασημένιο σταυρό, που είχε περασμένο με δερμάτινο λουράκι στον λαιμό, καλά κρυμμένο. Μια έντονη αντίθεση σε σχέση με τα φτωχικά του ρούχα.

    Την προσευχή του, διέκοψε ξαφνικά ένας αγριόγατος που έκανε τις καλαμιές της ανατολικής όχθης του βάλτου να κροταλίσουν. Σηκώθηκε από τον βράχο που καθόταν και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Έφτασε με γοργά βήματα στο κατώφλι και έσπρωξε με τρόπο την ξύλινη πόρτα μπαίνοντας αργά αργά. Μέσα επικρατούσε ησυχία και ένα υπνωτιστικό αμυδρό πορτοκαλί χρώμα από τα αναμμένα ακόμα κάρβουνα της εστίας.

    «Αν πάθεις… κάτι εγώ τι θα απογίνω με τη μικρή;»

    Τη σιωπή του σπιτιού έσπασε η κουρασμένη φωνή της Μαριέτ. Καθόταν σε μια μικρή πολυθρόνα δίπλα στη σβηστή εστία. Τα καστανά της μαλλιά έπεφταν πλούσια και ανάκατα στους ώμους και το σοβαρό της βλέμμα κάρφωνε ανελέητα τον Αλβίν αναμένοντας κάποια απάντηση.

«Κάτι σε ρώτησα!» Επανέλαβε με σπασμένη φωνή αυτή τη φορά. Ο Αλβίν σάστισε για λίγο, χάιδεψε αμήχανα τα ξανθά του μαλλιά και προσπάθησε άκομψα να διαφύγει.

    «Είναι καλά; κοιμήθηκε;»

    «Η Ζιζέλ είναι μια χαρά και φυσικά κοιμήθηκε Αλβίν! Επίσης, δειπνήσαμε χωρίς εσένα! Μπορείς να μου πεις τι να κάνω για να μη φοβάμαι κάθε φορά που απομακρύνεσαι βράδυ και χάνεσαι πέρα από τον λόφο;»

    Ο Αλβίν κατάλαβε πως ο βαθύς προβληματισμός του αυτή τη φορά τον έκανε να χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου.

    «Μη φοβάσαι... Τι μπορεί να συμβεί σε αυτή την ερημιά; Δε θα το ξανακάνω πάντως αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καλύτερα».

   Η απάντησή του είχε τον τόνο ειλικρίνειας και έκανε τη Μαριέτ να μαλακώσει το θυμωμένο της ύφος, μετατρέποντάς το αμέσως σε αυτό της ανησυχίας.

    «Δύσκολοι καιροί έρχονται Αλβίν! Το απόγευμα συνάντησα τυχαία στην πηγή τη Ζανέτ, την κόρη του Μαρσέλ. Ο πατέρας της ξέρεις πως γυρνά από εδώ και από κει με την πραμάτειά του και είπε πως η Δύση φλέγεται στον πόλεμο ξανά. Ο Έντουαρντ συνεχίζει την εκστρατεία στα εδάφη μας εξαπολύοντας τους τοξότες του και λένε πως τίποτα δεν τον εμποδίζει να φτάσει και στα μέρη μας μιας και έχουμε ήδη Καλοκαίρι. Ποιος μου λέει εμένα πως δεν έχουν έρθει ήδη μερικοί Άγγλοι στην περιοχή ενώ εσύ τριγυρνάς από εδώ και από κει ανέμελος και ξεχνάς να γυρίσεις;»

    «Δεν το πιστεύω πως κάθεσαι και ακούς τα κουτσομπολιά της ηλίθιας της Ζανέτ και τις φήμες του γεροξεκούτη που πλέον δεν ξεχωρίζει νομίσματα από χαλίκια!»

    «Καταλαβαίνεις Αλβίν τι θέλω να σου πω!»

    Ο Αλβίν καταλάβαινε πολύ καλά. Ήξερε, πως δυστυχώς ναι μεν τον Μαρσέλ τον πλήρωνες με βότσαλα και σου έλεγε ευχαριστώ, αλλά αυτές οι φήμες δεν ήταν τελείως αβάσιμες. Ως όφειλε όμως έκανε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τη Μαριέτ με μάταια αποτελέσματα. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που κατά βάθος θέλησε να πάει στο καταφύγιο του εκείνη την περίεργη ξάστερη νύχτα, εκτός από τον χθεσινό του εφιάλτη. Τώρα ξεκάθαρα αντιλαμβανόταν πως φοβόταν για το μέλλον. Πλησίασε προς το μέρος της και την πήρε αγκαλιά. Εκείνη αφού έβγαλε ένα αδύναμο κλαψούρισμα, ανταπέδωσε.

    «Δε θα αφήσω να πάθετε τίποτα με ακούς; τίποτα». Την τελευταία λέξη την είπε χωρίς ήχο γιατί ένιωσε μια μαχαιριά στην ψυχή του στην περίπτωση που αδυνατίσει να κρατήσει αυτή την υπόσχεση. Ο Αλβίν φίλησε την κόρη του και αφού ψιθύρισε κάτι για το μέλλον τους, ξάπλωσε δίπλα στη Μαριέτ. Έξω ο αέρας φώναζε οργισμένος πλέον και η Μαριέτ κούρνιασε για ασφάλεια στην αγκαλιά του. Εκείνος τη χάιδευε για αρκετή ώρα αφού αυτή αποκοιμήθηκε και ύστερα παραδόθηκε και εκείνος σε ένα βαθύ ύπνο, παρακαλώντας τα όνειρά του, έστω αυτή τη φορά, να είναι καλά και να του δώσουν κουράγιο.

ΙΒΑΡ: Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7-Η ΚΡΥΠΤΗ)-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΗΓΗ

          «Εδώ είναι, άρχοντα… εδώ είναι ο Μπρύνγιαρ! Αυτός θα μας πει πού είναι η Μάγισσα». Ο Άρνε σηκώθηκε από τον βράχο, εξαφανίστηκε και πριν προλάβει ο Ίβαρ να βλαστημήσει ξανά, ακούστηκε πάλι να τον φωνάζει λίγο πιο πέρα. Ακολούθησε τη φωνή όσο μπορούσε καθώς ο παγωμένος αέρας ήταν πολύ δυνατός στην κορυφή του βουνού. Τελικά τον περίμενε πάνω σε κάποιες πέτρινες στήλες. Η κορυφή του βουνού τελείωνε απότομα σε εκείνο το σημείο και υπήρχε ένας μικρός γκρεμός μέχρι το σημείο αυτών των στηλών, περίπου είκοσι μέτρα πιο κάτω. Χωρίς να το σκεφτεί, με την αυτοπεποίθηση στα ύψη πλέον, πήδηξε στον μικρό γκρεμό και προσγειώθηκε με έναν δυνατό κρότο άθικτος μπροστά από τον Άρνε τινάζοντας το χιόνι από τις λίθινες πλάκες του δαπέδου. Αντίκρισε εκεί την είσοδο σε κάτι που έμοιαζε με αρχαία κρύπτη ή κάποιου είδους ναό. Ένα μέρος στο οποίο μπορούσες να έχεις πρόσβαση μόνο μέσω της κορυφής του βουνού, καθώς από την άλλη πλευρά ο γκρεμός συνέχιζε αλλά αυτή τη φορά χαοτικά για εκατοντάδες μέτρα.

            «Ωραίο, άρχοντα… αλλά πολύ θόρυβο έκανες. Θα ταράξεις τον ύπνο των πνευμάτων. Δεν τα θέλουμε αγουροξυπνημένα, σωστά;».

             «Εκεί μέσα είναι αυτός ο Μπρύνγιαρ; Φαντάζομαι ήμουν αφελής να πιστέψω ότι θα μπορούσες να εννοείς κάποιον ζωντανό».

              «Ζωντανός… νεκρός… φάντασμα… Τι σημασία έχει, άρχοντα, αν μας δώσει την πληροφορία που θέλουμε;».

              «Σωστά! Πώς θα μπούμε; Η πύλη φαίνεται πολύ γερή».

        «Η κρύπτη είναι απροσπέλαστη, άρχοντα, από αυτό το σημείο. Δυνατή μαγεία κρατάει τους εισβολείς μακριά για να κοιμούνται ήσυχα τα πνεύματα. Όλη η δύναμη του κόσμου δεν θα καταφέρει να κάνει την πύλη αυτή να ανοίξει».

        «Έχω μια υποψία ότι τα πνεύματα μπορούν να πηγαινοέρχονται, όμως, έτσι δεν είναι; Για αυτό έχεις επισκεφτεί ξανά τον Μπρύνγιαρ».

         «Πνεύματα και κάτοικοι του άλλου κόσμου επιτρέπονται, άρχοντα, για αυτό αν μπορείς κάνε υπομονή και περίμενέ με εδώ μέχρι να επιστρέψω. Αν είμαστε τυχεροί, ο Μπρύνγιαρ θα μου πει και θα με κάνει να θυμηθώ το δρόμο για τη Μάγισσα… Ναι… Θα θυμηθώ…».

    «Έκανα τόσο δρόμο όλες αυτές τις μέρες και σκαρφάλωσα ένα ολόκληρο βουνό για να σε περιμένω απέξω; Δεν νομίζω…»… Τότε ο Ίβαρ κατευθύνθηκε προς την πέτρινη πύλη και την έσπρωξε με τα χέρια του. Ελάχιστες στιγμές μετά, αυτή άρχισε να κινείται τρίζοντας και εκτοξεύοντας σκόνη που αναμειγνυόταν με το φρέσκο χιόνι. Η πύλη άνοιξε και ο Ίβαρ μπήκε γυρνώντας χαμογελαστός στον άναυδο Άρνε.

Flip.png